Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Ένα δειλινό στο βράχο!


Song Fourteen
Ντύνομαι αόρατα κι ανηφορίζω για τον βράχο. Περπατώ δίπλα στα περασμένα βήματα, κι ακούω το κάλεσμα του αέρα, όλο και πιο έντονο. Μέχρι που φτάνω στον τόπο που με γέννησε, για να γίνω άλλη μια φορά ένα μαζί του.

Ένας άνδρας κρατά αγκαλιά ένα άδειο καρότσι. Κάπου στο βράχο μια γυναίκα χαρίζει τη δική της αγκαλιά στο παιδί του. Κάθεται και χαζεύει την πολή από ψηλά...κι η πόλη του παραδίνεται. Μ' αναμμένα τα ωραιότερα φώτα της του χαμογελά, κι όμως αυτός έχει μόνο μια ματιά να της χαρίσει. Κι έπειτα ανασηκώνει το διπλωμένο καρότσι στον κουρασμένο όμο του.

Ο αέρας δυναμώνει και φέρνει μαζί του μουσικές από μακρυά. Μια γιορτή κάπου ξεκινά, μα αυτός παλεύει με τον αέρα εκεί που τελειώνει η γη. Στέκεται στην άκρη και λίγο πιο πέρα η γυναίκα του του ψυθιρίζει σχεδόν μυστικιστικά να προσέχει. Την καθησυχάζει με μια αγκαλιά. Η προστασία στην αρσενική του φύση... η ευαισθησία στην ανδρική του καρδιά.

Είναι ξένος σε μια ξένη πόλη. Μόνος ανάμεσα σε τόσους, σ' έναν βράχο που στέκει χιλιάδες χρόνια να τον φυσούν οι άνεμοι. Χώμα, μάρμαρο και πέτρα, μια φωτογραφία κι ο ίδιος άνεμος που τον έφερε εδώ, ο ίδιος θα τον πάρει ξανά μακρυά. Άνδρες περνούν κουβαλώντας πράγματα με την οικογενειά τους, ή παίζουν θαρραλέα στην άκρη του γκρεμού, μα εκείνος απλός γεμίζει την ψυχή του με εικόνες κι αρώματα, με την ελπίδα μια αίσθηση αυτής της στιγμής να τον συντροφεύει για πάντα.



Μια γυναίκα ψάχνει για μια βολική θέση στις πέτρες και αφήνεται στην αγκαλιά της γης. Στην δική της αγκαλιά ένα μωρό, που δεν θέλησε να την αποχωριστεί. Κι εκείνη του χαμογελά συνέχεια. Τι κι αν δεν έχει ξαναδεί ποτέ μια τόσο όμορφη θέα, κρατά στην αγκαλιά της όλον τον κόσμο, και η ματιά της ξεφεύγει μόνο σαν κάλεσμα για τον άνδρας της που στέκεται ακόμα όρθιος κουβαλώντας τα απαραίτητα.

Στα αφτιά της φτάνει μια μουσική πρωτόγνωρη, μα τόσο φιλόξενη, που την κάνει δική της αμέσως. Σε μια στιγμή το μυαλό της αδειάζει, και το σώμα της αναζητά την αγκαλιά που την ολοκληρώνει. Με ένα ψίθυρο καλεί τον άνδρα της κοντά της, κι εκείνος διαβάζοντας την σκέψη της στον αέρα περνά τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Χάνεται στην αγκαλιά του μέχρι που το τελευταίο φως του ήλιου τους ενώνει σε μια αχώριστη σιλουέτα.

Είναι ξένη σε μια ξένη πόλη.Σε ένα βράχο που κατάφερε να επιβιώσει τόσα χρόνια στους ανέμους, κλέβοντας κάθε στιγμή λίγο από την αγάπη που γεννιέται πάνω του. Σκύβει μέχρι που γίνεται ένα με τη γη, κι ακουμπάει την φωτογραφική της σε μία πέτρα που υψώνεται λίγο πιο ψηλά από τις άλλες. Πιάνει τον ήλιο λίγο πριν χαρίσει το φως του στο φεγγάρι. Και μένει εκεί ξαπλωμένη, προσπαθώντας να ρουφήξει κάτι από την μαγεία της γης αυτής, που θα μένει στο στήθος της μια γεμάτη αγκαλιά για πάντα.

Με το σκοτάδι αφήνω τη μισή καρδιά μου στο βράχο, και τελειώνω το ταξίδι αυτό. Όσος καιρός κι αν περάσει όμως, θα με περιμένει εκεί, μαζί με τις πέτρες. Να γεμίζει συναισθήματα, και να κλέβει μαγείες που σαν τις συναντώ, νοιώθω ολόκληρος ξανά.

Τα βήματα που κάναμε μαζί, η μυρωδιά του λαιμού σου στον αέρα, κι οι ψίθυροί σου στα αφτιά μου να ηχούν. Κι αν δεν έχουμε μια φωτογραφία από τον τόπο εκείνο, είναι γιατί τα χέρια μου δεν μπορούσαν να σ' αφήσουν από την αγκαλιά μου. Μιά μέρα θα γεμίσουμε το βράχο με τα παιδιά μας, μια μέρα θα παίξουμε κυνηγητό με τον αέρα. Μα ακόμα και τις μέρες που θα φεύγεις μακρυά μου, θα έχω την καρδιά σου στην καρδιά μου για πάντα.

Μέχρι την επόμενη φορά....
....δικός σου!