Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Draft #1

Ξημέρωμα, κι ανοίγω τις κουρτίνες στο δωμάτιο για να προλάβω το πρώτο φως. Αφήνω τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι να στεγνώσουν. Είδα τον ήλιο να ανεβαίνει και δεν έχασα ούτε μια αχτίδα. Είδα τον κόσμο να επιστρέφει στην ύπαρξή του και δεν έχασα ούτε μία αναγέννηση. Ανοίγω το παράθυρο κι αναπνέω τον καινούργιο αέρα. Ντύνομαι στα μαύρα και τραβάω όλο το φως επάνω μου...μέσα μου!Κοιτάζω έξω από το παράθυρο, κι ύστερα μέσα. Ο κόσμος είναι πανέμορφος. Ανοίγω τα χέρια μου στον ουρανό και για μια στιγμή νοιώθω τον άνεμο να με σηκώνει από τα πόδια μου.

Σούρουπο, και προχωράω μόνος σε ένα ατέλειωτο πεζοδρόμιο. Δίπλα μου μια σειρά από ατέλειωτες πολυκατοικίες, κι απέναντί μου τίποτα. Κοιτάζω αριστερά και θυμώνω που το πανύψηλο τσιμέντο μου κρύβει τη θέα. Κοιτάζω δεξιά και μελαγχολώ που όλα φαίνονται τόσο άδεια. Συνεχίζω να προχωράω χαζεύοντας τα κουδούνια στις πόρτες. Ονόματα περνούν μπροστά από τα μάτια μου, και ήχοι χτυπούν μεσ' στο μυαλό μου. Μέχρι που σε μία πολυκατοικία, η πλάκα με τα πολλά κουδούνια δεν υπάρχει, παρά μόνο ένα κουμπί. Ένα μικρό στρογγυλό λευκό κουμπί και τίποτα άλλο. Κοντοστέκομαι...κοιτάζω αριστερά...κοιτάζω δεξιά...πίσω μου και μπροστά! Απλώνω το χέρι μου και το πιέζω απότομα, για μιά στιγμή μόνο και μετά αρχίζω να τρέχω σα μανιακός. Οι πολυκατοικίες από τα αριστερά και το κενό από τα δεξιά τρέχουν μαζί μου. Στο πρόσωπο μου προσπαθώ να πνίξω ένα χαμόγελο, αλλά δε μπορώ.Κι ύστερα έρχεται το γέλιο. Κι ύστερα το γέλιο γίνεται τόσο δυνατό που με αναγκάζει να σταματήσω, γιατί δεν έχω άλλη ανάσα για τρέξιμο. Μόνο για γέλια...ήταν τόσο απλό!


Βράδυ, και γεμίζω την μπανιέρα με καυτό νερό. Ανάβω κεριά με άρωμα λουλουδιών και σβήνω το φως. Βγάζω τα ρούχα μου γρήγορα, μα ξαπλώνω στο νερό αργά. Νοιώθω τη ζέστη να προχωράει ηδονικά πάνω στο δέρμα μου, και συγχρόνως κάθε μου κύτταρο ανατριχιάζει βασανιστικά μπροστά στον επικείμενο πνιγμό του.Τα κεριά φωτίζουν αρκετά για να βλέπω το ταλαιπωρημένο μου κορμί, αλλά βυθίζουν στη σκιά τους το υπόλοιπο δωμάτιο.Στα χέρια μου σφίγγω ένα ξυράφι κι απ' τα δάχτυλά μου κυλά το πρώτο αίμα. Κοιτάζω αριστερά...κοιτάζω δεξιά...και γέρνω το λαιμό μου μέχρι να ρίξω μια ματιά και πίσω, και μπροστά. Βυθίζω τα χέρια μου κάτω από το νερό, είναι πιο εύκολο έτσι, είχα ακούσει. Η καρδιά μου σταματά και ξεκινά απότομα και πάλι το ίδιο. Οι φλέβες μου τινάζονται από τη μία άκρη μέχρι τα δάχτυλα. Γεμίζουν και αδειάζουν. Στο πρόσωπό μου προσπαθώ να στεγνώσω ένα δάκρυ, άλλα δε μπορώ. Κι ύστερα έρχονται τα κλάματα. Κι ύστερα τα κλάμματα γίνονται τόσο δυνατά που μ' αναγκάζουν να σταματήσω να αναπνέω γιατί δεν έχω άλλο χρόνο για ζωή. Μόνο για θάνατο...ήταν τόσο απλό!


Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Abre los ojos


Song Fifteen
Δεν ξέρω που είμαι. Νοιώθω τη γη να τρέμει αλλά το φως δε με βοηθά να δω αν η δόνηση ανήκει στη φαντασία μου. Απλώνω τα χέρια μου να βρω κάποιο στήριγμα που θα με κάνει να αισθανθώ ότι ανήκω σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μου, αλλά οι τοίχοι του δωματίου δεν πλησιάζουν καθόλου. Σε ένα ατέλειωτο κέντρο ψάχνω για κάτι οικείο, αλλά ο χώρος είναι άδειος απ' άκρη σ' άκρη. Κάνω να προχωρήσω κι όμως στα πόδια μου δεν αισθάνομαι την αλλαγή. Μόνο το τρέμουλο, που με κάνει να ακροβατώ ακόμα κι όταν πιστεύω πως μένω ακίνητος. Κι ένα καταραμένο φως μέσα στα μάτια μου!Κάθε φορά που τα κλείνω αισθάνομαι πως σκοτεινιάζει, μα σαν τα ανοίγω γίνεται μεμιάς πιο λαμπρό απ' όσο μπορώ να αντέξω. Προτιμώ το σκοτάδι από την τύφλωση, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα ανοίξω τα μάτια και θα αρχίσω να βλέπω γύρω μου. Με την ανάγκη κάποια στιγμή το φως να είναι όσο πρέπει, για να μου αποκαλύψει τα εμπόδια που με κρατούν δέσμιο του κενού δωματίου. Ούτε πιο λαμπρό, ούτε πιο σκοτεινό...



Μένω λοιπόν, με μάτια κλειστά, να ονειρεύομαι χωρίς να κοιμάμαι... Ακούω θορύβους σαν από αντικείμενα που σπάνε δίπλα στα πόδια μου, κι όμως μόνο τον αέρα νοιώθω στο δέρμα μου. Όσο πάει βυθίζομαι ολοένα και πιο πολύ σε ένα κυκεώνα απελπισίας. Νοιώθω τα χέρια μου αλλά δεν αγγίζω τίποτα, νοιώθω τα πόδια μου αλλά φοβάμαι να κάνω ένα βήμα, νοιώθω τα μάτια μου αλλά βλέπω μόνο μέσα από τα κλειστά μου βλέφαρα, ακούω τη φασαρία αλλά οι ενδείξεις την ανάγουν σε ψευδαίσθηση. Κάνω να γλύψω τα μαλλιά μου για να βεβαιωθώ ότι δεν αχρήστευσα όλες τις αισθήσεις μου, μα μάταια...

Ποιός με σκότωσε και δεν μου το είπε; Ποιός μου στέρησε το δικαίωμα να διαφύγω στα δικά μου όνειρα; Ποιός με εγκλώβισε σε τούτο τον εφιάλτη;

Ησυχία!Μαζί με τ' άλλα σταμάτησα να αισθάνομαι και το δυνατό φως. Μήπως αρκεί μια κίνησή μου για να αλλάξω τα πάντα; Μήπως τελικά έπεσα θύμα της ίδιας μου της ακινησίας; Άραγε είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή;

3...2...1...




Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Ένα δειλινό στο βράχο!


Song Fourteen
Ντύνομαι αόρατα κι ανηφορίζω για τον βράχο. Περπατώ δίπλα στα περασμένα βήματα, κι ακούω το κάλεσμα του αέρα, όλο και πιο έντονο. Μέχρι που φτάνω στον τόπο που με γέννησε, για να γίνω άλλη μια φορά ένα μαζί του.

Ένας άνδρας κρατά αγκαλιά ένα άδειο καρότσι. Κάπου στο βράχο μια γυναίκα χαρίζει τη δική της αγκαλιά στο παιδί του. Κάθεται και χαζεύει την πολή από ψηλά...κι η πόλη του παραδίνεται. Μ' αναμμένα τα ωραιότερα φώτα της του χαμογελά, κι όμως αυτός έχει μόνο μια ματιά να της χαρίσει. Κι έπειτα ανασηκώνει το διπλωμένο καρότσι στον κουρασμένο όμο του.

Ο αέρας δυναμώνει και φέρνει μαζί του μουσικές από μακρυά. Μια γιορτή κάπου ξεκινά, μα αυτός παλεύει με τον αέρα εκεί που τελειώνει η γη. Στέκεται στην άκρη και λίγο πιο πέρα η γυναίκα του του ψυθιρίζει σχεδόν μυστικιστικά να προσέχει. Την καθησυχάζει με μια αγκαλιά. Η προστασία στην αρσενική του φύση... η ευαισθησία στην ανδρική του καρδιά.

Είναι ξένος σε μια ξένη πόλη. Μόνος ανάμεσα σε τόσους, σ' έναν βράχο που στέκει χιλιάδες χρόνια να τον φυσούν οι άνεμοι. Χώμα, μάρμαρο και πέτρα, μια φωτογραφία κι ο ίδιος άνεμος που τον έφερε εδώ, ο ίδιος θα τον πάρει ξανά μακρυά. Άνδρες περνούν κουβαλώντας πράγματα με την οικογενειά τους, ή παίζουν θαρραλέα στην άκρη του γκρεμού, μα εκείνος απλός γεμίζει την ψυχή του με εικόνες κι αρώματα, με την ελπίδα μια αίσθηση αυτής της στιγμής να τον συντροφεύει για πάντα.



Μια γυναίκα ψάχνει για μια βολική θέση στις πέτρες και αφήνεται στην αγκαλιά της γης. Στην δική της αγκαλιά ένα μωρό, που δεν θέλησε να την αποχωριστεί. Κι εκείνη του χαμογελά συνέχεια. Τι κι αν δεν έχει ξαναδεί ποτέ μια τόσο όμορφη θέα, κρατά στην αγκαλιά της όλον τον κόσμο, και η ματιά της ξεφεύγει μόνο σαν κάλεσμα για τον άνδρας της που στέκεται ακόμα όρθιος κουβαλώντας τα απαραίτητα.

Στα αφτιά της φτάνει μια μουσική πρωτόγνωρη, μα τόσο φιλόξενη, που την κάνει δική της αμέσως. Σε μια στιγμή το μυαλό της αδειάζει, και το σώμα της αναζητά την αγκαλιά που την ολοκληρώνει. Με ένα ψίθυρο καλεί τον άνδρα της κοντά της, κι εκείνος διαβάζοντας την σκέψη της στον αέρα περνά τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Χάνεται στην αγκαλιά του μέχρι που το τελευταίο φως του ήλιου τους ενώνει σε μια αχώριστη σιλουέτα.

Είναι ξένη σε μια ξένη πόλη.Σε ένα βράχο που κατάφερε να επιβιώσει τόσα χρόνια στους ανέμους, κλέβοντας κάθε στιγμή λίγο από την αγάπη που γεννιέται πάνω του. Σκύβει μέχρι που γίνεται ένα με τη γη, κι ακουμπάει την φωτογραφική της σε μία πέτρα που υψώνεται λίγο πιο ψηλά από τις άλλες. Πιάνει τον ήλιο λίγο πριν χαρίσει το φως του στο φεγγάρι. Και μένει εκεί ξαπλωμένη, προσπαθώντας να ρουφήξει κάτι από την μαγεία της γης αυτής, που θα μένει στο στήθος της μια γεμάτη αγκαλιά για πάντα.

Με το σκοτάδι αφήνω τη μισή καρδιά μου στο βράχο, και τελειώνω το ταξίδι αυτό. Όσος καιρός κι αν περάσει όμως, θα με περιμένει εκεί, μαζί με τις πέτρες. Να γεμίζει συναισθήματα, και να κλέβει μαγείες που σαν τις συναντώ, νοιώθω ολόκληρος ξανά.

Τα βήματα που κάναμε μαζί, η μυρωδιά του λαιμού σου στον αέρα, κι οι ψίθυροί σου στα αφτιά μου να ηχούν. Κι αν δεν έχουμε μια φωτογραφία από τον τόπο εκείνο, είναι γιατί τα χέρια μου δεν μπορούσαν να σ' αφήσουν από την αγκαλιά μου. Μιά μέρα θα γεμίσουμε το βράχο με τα παιδιά μας, μια μέρα θα παίξουμε κυνηγητό με τον αέρα. Μα ακόμα και τις μέρες που θα φεύγεις μακρυά μου, θα έχω την καρδιά σου στην καρδιά μου για πάντα.

Μέχρι την επόμενη φορά....
....δικός σου!

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Φάντασμα στο ηλιοβασίλεμα...


Song Thirteen
Καιρό τώρα βρίσκομαι χωμένος μέσα σε μια θάλασσα από νευρικά κύματα. Η υγρασία από συνήθεια με συντηρεί αντί να με κατατρώει, με κόστος τις παγωμένες μου αγάπες, που οπισθοχωρούν στο μοναδικό ζεστό μέρος του κορμιού μου, τις αναμνήσεις.

κι αν ταξιδεύω μέρες, όλα είναι ίδια σε τούτο το βυθό.
κι αν τα χρώματα αλλάζουν με την θέση του ήλιου, μόνο μια ανάσα από ουρανό παίρνω και πάλι μέσα...

γυμνός στην υγρή φυλακή μου.

Το φως αγνοεί την υπαρξή μου, κι αν τύχει και περάσεις δίπλα μου, δεν θα το καταλάβεις. Μόνο τα δεσμά που με κρατούν, οδηγούν το βλέμμα σου στους κύκλους που οι αναπνοές μου αφήνουν στο νερό, κι όμως η περιέργειά σου σβήνει σύντομα, σα να προσπερνάς ένα σκουπίδι που κάποιος ξένος έριξε σε θάλασσα που δεν κολυμπάς.



Τα ηλιοβασιλέματα μαρκάρουν τον περασμένο χρόνο, κι οι αυγές τις χαμένες ευκαιρίες.
Η ησυχία του δειλινού συνεχίζει να δίνει ελπίδες για έναν γλυκό θάνατο, το τέλος μιας εποχής, μια μικρή διαφυγή.

Στο σκοτάδι είσαι τυφλός, στο φως είμαι αόρατος.
Κι όμως εγώ συνεχίζω να παλεύω με το φως.

Κι αν στο επόμενο ηλιοβασίλεμα σταθείς λίγο και κοιτάξεις τα χρώματα της περασμένης μέρας, να χάνονται στις σκιές της θάλασσας, ίσως δεις μια μορφή που πασχίζει να διώξει την ανυπαρξία από πάνω της. Αλλά αν μπορέσεις να γυρίσεις την πλάτη σου στην πιο όμορφη στιγμή της ημέρας, τότε σίγουρα θα φτάσουν στα αυτιά σου τρεμάμενες φωνές, προοίμια μιας ελπίδας έτοιμης να χαθεί. Πάρε με μαζί σου...


Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Αγχωμένος χορευτής


Song Twelve
Κλείνω τα μάτια κι αφήνω ήχους εσωτερικούς να με οδηγήσουν στο κέντρο της ύπαρξής μου. Στριμώχνομαι σε μέρη με τοίχους κρύους που αφήνουν το κορμί μου να γλιστρήσει με δυσκολία ανάμεσά τους, χωρίς να αφήσει κάτι από την ουσία του πίσω. Παρασύρομαι από το αίμα μου, και μεσ'τις φλέβες μου αφήνω την οργή μου να πάλεται καθώς με φέρνει όλο και πιο κοντά στην ενέργεια που με κινεί.



Τα χρώματα ντύνονται στα μαύρα, και το κρύο σκιαγραφεί την μορφή μου. Θεε μου, σε τι μέρος έριξα την καρδιά μου; Καταδικασμένη να χορεύει σε νότες που δεν γεννούν τραγούδια, μόνο κυνηγούν να πιαστούν από χαμένους ρυθμούς. Κι όσο τρέχει να τις φτάσει, τόσο μαζεύεται ο χώρος που μ'αφήνει να αναπνέω και συρρικνώνομαι. Κι όσο παρακαλάω για ένα διάλειμμα, τόσο νοιώθω την τελευταία μου αναπνοή να μ'αποχωρίζεται μαζί με τον τελευταίο χτύπο.

Κάποια στιγμή ίσως αφεθώ κι αφήσω την καρδιά μου ήσυχη από εμένα. Κάποια στιγμή ίσως μάθω να ζω μαζί της ιδανικά. Μέχρι τότε όμως με μια βαθιά ανάσα παίρνω το ταξίδι ανάποδα και με κάθε νέα λέξη βρίσκομαι ένα βήμα πιο κοντά στο μυαλό μου. Εκεί τουλάχιστον τις περισσότερες φορές ορίζω τον χώρο όπως με συμφέρει.

Οι πόρτες ανοίγουν, είμαι σπίτι ξανά. Σε λίγο θα γυρίσεις κι εσύ παρέα με ένα όνειρο.

"Σαν ένα σημάδι που μου παρουσιάζεται για να φέρει γαλήνη στην μαύρη και άδεια μου καρδιά !" Μέχρι την επόμενη παύση... μέχρι την επόμενη ανάσα!





Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Searching for an alright start


Song Eleven
Με τα χέρια μου βουτώ στο υποσυνείδητο, και φυτεύω ένα ακόμη άγχος εκεί. Στον αφανέρωτο κήπο του μυαλού μου θάβω ό,τι με κρατά από την ηρεμία μου κι ό,τι με σκλαβώνει. Μα σαν αργό δηλητήριο, ο χρόνος ωριμάζει καθετί παραγκωνισμένο, μέχρι που μια δύναμη ξεκινά να κατατρώει το κεφάλι μου από μέσα. Με συναισθήματα ασπίδες, την τσαλακώνω πρόχειρα, μέχρι να νοιώσω λίγο ελεύθερος να αναπνέω, μα σαν ελατήρια οι σκέψεις τινάσσονται παντού, μέχρι να επανέλθουν στο σημείο ισορροπίας τους. Ακόμα και τότε όμως ό,τι χάος προκλήθηκε, μένει σε μένα να το συμμαζέψω, κι άλλη μια φορά εγώ, επιλέγω να κάνω εκείνη την βουτιά. Και το υποσυνείδητό μου, γεμίζει με σπασμένα γυαλιά, από ανολοκλήρωτες επιθυμίες, και το μυαλό μου συνεχίζει το χαμό του, κι οι βουτιές μου καταλήγουν όλο και πιο τραυματικές.



Μια μέρα τα κομμάτια θα σκίσουν ό,τι με κρατά δυνατό, κι οι πληγές θα σταθούν αλυσίδες στην φυγή μου. Μια μέρα ίσως προσπαθήσω να μείνω αντιμέτωπος με τις φοβίες που αποφεύγω. Μια μέρα μετά το χάος, ίσω γυρίσω στο παρθένο σημείο ισορροπίας μου. Κάποια μέρα...

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008

Χαμένη Ασφάλεια


Song Ten
Ένας σκοτεινός διάδρομος ανοίγεται μπροστά μου και μία σάπια μυρωδιά με γραπώνει από το λαιμό. Κάνω το πρώτο βήμα και μέχρι να το καταλάβω έρχεται και το δεύτερο, και ξάφνου μια σπασμένη πόρτα αρχίζει να διαφαίνεται στο βάθος. Τα κύτταρα μου ταράζονται κι ένα τρέμουλο ταξιδεύει σ’ όλο μου το σώμα. Ξαφνικά μια σκιά γλιστρά δίπλα μου και το δέρμα μου παγώνει. Δεν ξέρω αν πρέπει να την αγγίξω, να την σταματήσω και να της ζητήσω να μου απολογηθεί γι’ αυτό το χάος, ή αν καλύτερα να της δώσω το χώρο να ξεφύγει με την ελπίδα ότι θα παρασύρει κι αυτήν την τρομακτική αύρα μαζί της.

Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ, ότι πατώ γίνεται σκόνη, και τα βήματα μου βιάζονται να βρουν κάτι στέρεο να σταθούν. Ότι προσπερνάω εξαφανίζεται και το μονοπάτι που ρίχτηκα να κυνηγώ δεν έχει γυρισμό.

Χαμένη ασφάλεια, σκέψεις που ποτίζουν μουντά το μυαλό μου, και μια καρδία που δεν ησυχάζει. Σκιά χαμένη μην γυρίσεις πάλι…

Τα γόνατά μου λυγίζουν, και το σώμα μου γίνεται ξαφνικά στενό για να χωρέσει την ψυχή μου. “Come back…. Come back…… Come back to me!

The story can resume!”



ΥΓ. Αφιερωμένο σε όλους όσοι ανοίγουν σπίτια, αυτοκίνητα,,,καρδιές, και φεύγουν χωρίς να αφήσουν τίποτα πίσω τους, με τα ξένα πράγματα κάτω από τα χέρια τους και την κλεμμένη ασφάλεια στην πλάτη τους.