Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Φόλα (nice day for a murder)


Song Four

Ξυπνάω μέσα σε έναν σκοτεινό τάφο. Γύρω μου σπασμένα κόκαλα και μια μυρωδιά στάχτης στον αέρα. Το μυαλό μου παίζει μέσα σε ένα όνειρο και μια φωνή γνώριμη πολύ κλαίει μέσα στο σκοτάδι ‘Δεν έφταιξα σε τίποτα…’ στις άκρες των δαχτύλων μου νοιώθω κάτι παράξενο, ξεκινάει σαν μούδιασμα και εξαπλώνεται… όσο προχωράει στο σώμα μου γίνεται ανατρίχιασμα κάτω από το δέρμα μου, κι όταν κάθε κόκαλο μου ραγίσει, η καρδιά μου ξεγυμνώνεται και για μια στιγμή καθετί γύρω μου φωτίζεται με μια κόκκινη λάμψη. Όλες οι σκιές χάνονται και αφήνουν στην θέση τους θολές εικόνες που με το φως θαρρείς πως είναι ματωμένες. Από μέσα τους ξεπετάγονται αδύναμες κραυγές κι ένας ψίθυρος που ξεχωρίζει.

Δεν μπορείς να αλλάξεις αυτό που ακολουθεί. Μην προσπαθήσεις να το αλλάξεις’. Κάθε λέξη που ξεχωρίζει παίρνει την μορφή κόκκινης σκόνης στον αέρα, κι όταν οι κόκκοι της διαλυθούν χάνονται μαζί τους κι οι ματωμένες εικόνες. ‘Θα βγεις από τα σωθικά της γης, για να βρεθείς σε έναν τόπο περίεργο. Ένα ψεύτικο φως θα σε οδηγήσει στο πεπρωμένο σου κι όταν σ’ εγκλωβίσει θα χαθεί. Θα μείνεις δεμένος ανάμεσα σε αόρατα σίδερα, να κοιτάζεις την ανυπαρξία σου κατάματα. Η ζωή θα σε προσπερνά χωρίς να γυρίσει να σου ρίξει μια ματιά. Μια πένθιμη κραυγή σου θα φτάσει μέχρι τον ουρανό, μα δεν θα βρεις βοήθεια πουθενά. Ένας πόνος θα ξεκινήσει από βαθιά μέσα σου και θα έρχεται στην επιφάνεια. Θα γραπώνεται στο καθένα από τα κύτταρά σου μέχρι να στα αποσπάσει όλα και να τα παρασύρει μαζί του. Σύντομα το ένα κομμάτι σου μετά το άλλο θα διαλύεται με μια αλυσιδωτή αντίδραση φτιαγμένη από πόνο, κι έτσι θα πεθαίνεις σιγά σιγά όλο και πιο γρήγορα, κι η ζωή θα συνεχίσει να σε προσπερνά…’ και πάλι σιωπή.

Μένω να αναρωτιέμαι τι είναι πιο τρομακτικό, οι ψίθυροι ή η απόλυτη σιωπή. Πριν καν καταφέρω να δώσω μια απάντηση ένας νέος ψίθυρος γεννιέται από την ησυχία. Μαζί του ένα πρωτόγνωρο φως εμφανίζεται λίγο πιο πέρα. ‘Πρώτα θα χάσεις το δέρμα σου… ύστερα η γυμνή σου σάρκα θα φτύνει το αίμα της στη γη ποτίζοντας την με χρώμα κόκκινο…’ Δεν αντέχω άλλο. Τρέχω προς το φως όσο πιο γρήγορα μπορώ με την ελπίδα να ξεφύγω.




Η θύμηση μου χάνεται… το μυαλό μου σβήνει. Ένα συναίσθημα τρόμου με κυριεύει ξαφνικά. ‘Κακό όνειρο ήταν, πέρασε τώρα’ προσπαθώ να καθησυχάσω τον εαυτό μου.


‘Δεν ξέρω τι συμβαίνει αλλά ο πόνος δεν μ’ αφήνει να συνεχίσω’ γυρίζω το βλέμμα μου και βλέπω τα βήματα που άφησα πίσω, αποτυπωμένα με αίμα στον δρόμο. Ξαφνικά ανοίγει η γη, και κάθε πόρος της αφήνει μια σταγόνα αίμα να βγει. Πριν το συνειδητοποιήσω βρίσκομαι στην μέση μιας ματωμένης λίμνης. Η ανάσα μου βαραίνει και βγαίνει με μεγάλη δυσκολία μέχρι που αντιστρέφεται. Μαζί με τον αέρα που απομένει βάζω μέσα μου το αίμα που με περικυκλώνει. Το αίμα μέσα μου…το σώμα μου μέσα στο αίμα. Τα μάτια μου κλείνουν και με βυθίζουν στο κόκκινο σκοτάδι. Ένας κόκκινος υγρός τάφος. Η τελευταία μου ανάσα είναι κοντά…


Δεν έφταιξα σε τίποτα...

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2007

Ξέθωρη Ανάμνηση

Ακουμπισμένος στην μέση του πουθενά, αφημένος στην τύχη μου, προχωράω ξυπόλυτος πάνω στην άσφαλτο, ψάχνοντας να βρω ένα μέρος να σταματήσω. Ένα μέρος να με αγκαλιάσει και να με ξεκουράσει. Μέχρι στιγμής τίποτα… οι παγωμένες κολώνες που κλείνουν τα σβησμένα κεφάλια τους πάνω μου ίσα που αρκούν να με φοβίσουν, μα η ψυχή μου δεν βρίσκει ξεκούραση με στάσεις στο πουθενά.



Πέφτω στο δρόμο και όλο μου το πρόσωπο αγγίζει την ντυμένη με άσφαλτο γη. Τα μάτια μου τρεμοπαίζουν μέχρι που σβήνουν. Το μυαλό μου αντέχει λίγο παραπάνω και έπειτα σβήνει κι αυτό. Ονειρεύομαι εσένα, και για μια στιγμή παίρνω δύναμη. Το σώμα μου κόβει το κεφάλι και σφίγγει την καρδιά. Ένα συναίσθημα ευτυχίας ξαναγεννά κάθε κύτταρο μου. Ένας χορός ξεκινά μαζί με την μουσική που φτάνει στα αυτιά μου, μόνο για να ξυπνήσω και να βρεθώ ανάμεσα σε κόσμο, και κάθε νότα να γίνει ο ήχος που αφήνουν πίσω τους οι περαστικοί με κάθε βήμα.



Μαζί αφήνουν πίσω και μένα, σαν ένα ζητιάνο, μόνο που εγώ δεν έχω δύναμη ούτε να παρακαλέσω για βοήθεια. Ένας γυρίζει για λίγο και με κοιτά στα μάτια, και για μια στιγμή το πρόσωπο του παίρνει την μορφή σου. Με κοιτάς και χάνεσαι κι εγώ σε κυνηγώ…τα πόδια μου σέρνονται κι η γη από κάτω γυρίζει γρήγορα μόνο για σένα μέχρι που σε παίρνει μακριά.



Πίσω σου αφήνεις φύλλα ξερά και ποτάμια άδεια, κι εμένα γονατιστό να μαζεύω τα κομμάτια μου πάνω σε δρόμους σπασμένους κι έναν ήλιο που σκεπάζεται από την ίδια την σκιά του.