Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

Άδειοι σταθμοί, Χαμένα τραίνα

Άλλο ένα ταξίδι αρχίζει. Όταν είμαστε μαζί, η επίδραση σου πάνω μου είναι μαγική. Σαν να με υπνωτίζεις και ακόμα κι όταν μένω μόνος μου σε ένα ξεχασμένο σταθμό χαμένων τραίνων, σε νοιώθω δίπλα μου. Περνάει καιρός μέχρι να καταλάβω ότι είναι η απουσία σου που καλύπτει το κενό δίπλα μου. Και τότε δεν το αντέχω. Τρέχω πίσω από άδεια τραίνα, μα τόσο ανέλπιστα, μέχρι που βρίσκομαι να τρέχω μπροστά τους. Προσπαθώ να ξεφύγω από αυτό που ξέρω πως με περιμένει. Ανεβαίνω στο πρώτο βαγόνι που σταματά ευγενικά δίπλα μου, ελπίζοντας ότι το ίδιο ευγενικά θα απαλύνει τον πόνο μου, και θα με φέρει κοντά σου.



Πόσα ακόμα κενά δρομολόγια;
Πόσοι ακόμα άδειοι σταθμοί;


Κολλάω το πρόσωπο μου στο παγωμένο τζάμι ενός θολού παραθύρου. Στην άλλη πλευρά του φιγούρες σκοτεινές, βιάζονται να τσαλακωθούν με τον αέρα και με τρομάζουν. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Συνεχίζω να σ’ αναζητώ ανάμεσα στα τοπία που όλο αλλάζουν.



Ξαφνικά μέσα από την σύγχυση της φύσης ξεπετάγεται η μορφή σου και στέκεται απέναντι μου τόσο καθάρια. Ένα φως σε περιστοιχίζει και σε διακρίνει από την ομίχλη, αλλά κι αλλιώς να ήταν θα σ’ αναγνώριζα. Η εικόνα σου είναι βαθιά χαραγμένη στο μυαλό μου. Η καρδιά μου θα ζωγράφιζε δίχως δισταγμό το σχήμα των χειλιών σου κι ας είχα κλειστά τα μάτια.

Ο άνεμος λυσσομανάει, αλλά για σένα μόνο ένα αεράκι φυσάει και δίνει ζωή στα μαλλιά σου που χαϊδεύουν με τόση χάρη το πρόσωπο σου. Πετάγομαι από την θέση μου όρθιος με μιαν ανάσα τόσο γρήγορα που για μια μικρή στιγμή η ψυχή μου ξεγλιστρά από το σώμα μου που μένει αργό πιο πίσω. Τρέχω μέσα στο άδειο βαγόνι μα κανείς δεν είναι εκεί να το σταματήσει για μένα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, θα πέσω από αυτό πριν σε χάσω πάλι.

Όσο μακριά κι αν προσγειωθώ, θα γυρίσω πίσω σε σένα. Κι εσύ καρδιά μου μείνε εκεί, στην θέση που η φύση έφτιαξε για σένα μόνο, το ίδιο ακλόνητη και περίμενέ με. Το αεράκι ας συνεχίσει να φυσάει το κορμί σου κι άσε σε μένα τους τυφώνες. Απλά περίμενέ με…έρχομαι!

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Rescue Me


Song Five
Έρχεσαι εσύ να διώξεις το σκοτάδι. Πρώτα αργά, σαν έναν ήλιο που ανατέλλει και πασχίζει αδύναμος ακόμα να περάσει από τις γρίλιες του παραθύρου μου. Λίγο λίγο μικρά κομμάτια της ουσίας σου μεταφέρουν το φως τους από έξω, εδώ… στο σκοτεινό μου όνειρο! Κι εκεί που όλα είχαν κρυφτεί, σιγά σιγά τα αποκαλύπτεις.



Δίνεις ζωή σε καθετί χαμένο, και το φέρνεις στο φως. Ανοιγοκλείνω μια φορά τα μάτια κι η ερημιά μου μεμιάς γίνεται ζεστό σπιτικό. Άλλη μια και βυθίζομαι σ’ αυτό το καταφύγιο της ασφάλειας. Στο επόμενο βλεφάρισμα κάθε αρνητικό συναίσθημα χάνεται. Κλείνω τα μάτια μου κι ονειρεύομαι. Τα ανοίγω κι είσαι δίπλα μου. Κάθομαι να σε κοιτάω κι όλο το κορμί μου κυριεύεται από την επιθυμία να σ’ αγγίξω. Στο φόβο πως αν το κάνω θα χαθείς, κλείνω τα μάτια μια φορά ακόμα. Στα όνειρα μου είμαστε ένα. Νοιώθω το χέρι σου ζεστό στο πρόσωπό μου. Τα δάχτυλά σου χάνονται στα μαλλιά μου για να βρεθούν στο λαιμό μου. Σου ανοίγω την αγκαλιά μου κι εσύ χάνεσαι μέσα της. Είσαι δική μου επειδή είμαι δικός σου. Απ΄ την αρχή της ύπαρξης είμαστε ένα. Ψιθύρισε μου πως μ’ αγαπάς πριν φύγεις πάλι, κι εγώ θα σου φωνάζω πως σ’ αγαπώ για να τα’ ακούς όπου και να είσαι μέχρι να σε ξαναδώ. Φως μου.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Φόλα (nice day for a murder)


Song Four

Ξυπνάω μέσα σε έναν σκοτεινό τάφο. Γύρω μου σπασμένα κόκαλα και μια μυρωδιά στάχτης στον αέρα. Το μυαλό μου παίζει μέσα σε ένα όνειρο και μια φωνή γνώριμη πολύ κλαίει μέσα στο σκοτάδι ‘Δεν έφταιξα σε τίποτα…’ στις άκρες των δαχτύλων μου νοιώθω κάτι παράξενο, ξεκινάει σαν μούδιασμα και εξαπλώνεται… όσο προχωράει στο σώμα μου γίνεται ανατρίχιασμα κάτω από το δέρμα μου, κι όταν κάθε κόκαλο μου ραγίσει, η καρδιά μου ξεγυμνώνεται και για μια στιγμή καθετί γύρω μου φωτίζεται με μια κόκκινη λάμψη. Όλες οι σκιές χάνονται και αφήνουν στην θέση τους θολές εικόνες που με το φως θαρρείς πως είναι ματωμένες. Από μέσα τους ξεπετάγονται αδύναμες κραυγές κι ένας ψίθυρος που ξεχωρίζει.

Δεν μπορείς να αλλάξεις αυτό που ακολουθεί. Μην προσπαθήσεις να το αλλάξεις’. Κάθε λέξη που ξεχωρίζει παίρνει την μορφή κόκκινης σκόνης στον αέρα, κι όταν οι κόκκοι της διαλυθούν χάνονται μαζί τους κι οι ματωμένες εικόνες. ‘Θα βγεις από τα σωθικά της γης, για να βρεθείς σε έναν τόπο περίεργο. Ένα ψεύτικο φως θα σε οδηγήσει στο πεπρωμένο σου κι όταν σ’ εγκλωβίσει θα χαθεί. Θα μείνεις δεμένος ανάμεσα σε αόρατα σίδερα, να κοιτάζεις την ανυπαρξία σου κατάματα. Η ζωή θα σε προσπερνά χωρίς να γυρίσει να σου ρίξει μια ματιά. Μια πένθιμη κραυγή σου θα φτάσει μέχρι τον ουρανό, μα δεν θα βρεις βοήθεια πουθενά. Ένας πόνος θα ξεκινήσει από βαθιά μέσα σου και θα έρχεται στην επιφάνεια. Θα γραπώνεται στο καθένα από τα κύτταρά σου μέχρι να στα αποσπάσει όλα και να τα παρασύρει μαζί του. Σύντομα το ένα κομμάτι σου μετά το άλλο θα διαλύεται με μια αλυσιδωτή αντίδραση φτιαγμένη από πόνο, κι έτσι θα πεθαίνεις σιγά σιγά όλο και πιο γρήγορα, κι η ζωή θα συνεχίσει να σε προσπερνά…’ και πάλι σιωπή.

Μένω να αναρωτιέμαι τι είναι πιο τρομακτικό, οι ψίθυροι ή η απόλυτη σιωπή. Πριν καν καταφέρω να δώσω μια απάντηση ένας νέος ψίθυρος γεννιέται από την ησυχία. Μαζί του ένα πρωτόγνωρο φως εμφανίζεται λίγο πιο πέρα. ‘Πρώτα θα χάσεις το δέρμα σου… ύστερα η γυμνή σου σάρκα θα φτύνει το αίμα της στη γη ποτίζοντας την με χρώμα κόκκινο…’ Δεν αντέχω άλλο. Τρέχω προς το φως όσο πιο γρήγορα μπορώ με την ελπίδα να ξεφύγω.




Η θύμηση μου χάνεται… το μυαλό μου σβήνει. Ένα συναίσθημα τρόμου με κυριεύει ξαφνικά. ‘Κακό όνειρο ήταν, πέρασε τώρα’ προσπαθώ να καθησυχάσω τον εαυτό μου.


‘Δεν ξέρω τι συμβαίνει αλλά ο πόνος δεν μ’ αφήνει να συνεχίσω’ γυρίζω το βλέμμα μου και βλέπω τα βήματα που άφησα πίσω, αποτυπωμένα με αίμα στον δρόμο. Ξαφνικά ανοίγει η γη, και κάθε πόρος της αφήνει μια σταγόνα αίμα να βγει. Πριν το συνειδητοποιήσω βρίσκομαι στην μέση μιας ματωμένης λίμνης. Η ανάσα μου βαραίνει και βγαίνει με μεγάλη δυσκολία μέχρι που αντιστρέφεται. Μαζί με τον αέρα που απομένει βάζω μέσα μου το αίμα που με περικυκλώνει. Το αίμα μέσα μου…το σώμα μου μέσα στο αίμα. Τα μάτια μου κλείνουν και με βυθίζουν στο κόκκινο σκοτάδι. Ένας κόκκινος υγρός τάφος. Η τελευταία μου ανάσα είναι κοντά…


Δεν έφταιξα σε τίποτα...

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2007

Ξέθωρη Ανάμνηση

Ακουμπισμένος στην μέση του πουθενά, αφημένος στην τύχη μου, προχωράω ξυπόλυτος πάνω στην άσφαλτο, ψάχνοντας να βρω ένα μέρος να σταματήσω. Ένα μέρος να με αγκαλιάσει και να με ξεκουράσει. Μέχρι στιγμής τίποτα… οι παγωμένες κολώνες που κλείνουν τα σβησμένα κεφάλια τους πάνω μου ίσα που αρκούν να με φοβίσουν, μα η ψυχή μου δεν βρίσκει ξεκούραση με στάσεις στο πουθενά.



Πέφτω στο δρόμο και όλο μου το πρόσωπο αγγίζει την ντυμένη με άσφαλτο γη. Τα μάτια μου τρεμοπαίζουν μέχρι που σβήνουν. Το μυαλό μου αντέχει λίγο παραπάνω και έπειτα σβήνει κι αυτό. Ονειρεύομαι εσένα, και για μια στιγμή παίρνω δύναμη. Το σώμα μου κόβει το κεφάλι και σφίγγει την καρδιά. Ένα συναίσθημα ευτυχίας ξαναγεννά κάθε κύτταρο μου. Ένας χορός ξεκινά μαζί με την μουσική που φτάνει στα αυτιά μου, μόνο για να ξυπνήσω και να βρεθώ ανάμεσα σε κόσμο, και κάθε νότα να γίνει ο ήχος που αφήνουν πίσω τους οι περαστικοί με κάθε βήμα.



Μαζί αφήνουν πίσω και μένα, σαν ένα ζητιάνο, μόνο που εγώ δεν έχω δύναμη ούτε να παρακαλέσω για βοήθεια. Ένας γυρίζει για λίγο και με κοιτά στα μάτια, και για μια στιγμή το πρόσωπο του παίρνει την μορφή σου. Με κοιτάς και χάνεσαι κι εγώ σε κυνηγώ…τα πόδια μου σέρνονται κι η γη από κάτω γυρίζει γρήγορα μόνο για σένα μέχρι που σε παίρνει μακριά.



Πίσω σου αφήνεις φύλλα ξερά και ποτάμια άδεια, κι εμένα γονατιστό να μαζεύω τα κομμάτια μου πάνω σε δρόμους σπασμένους κι έναν ήλιο που σκεπάζεται από την ίδια την σκιά του.



Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

Lost In Silence

Όλα είναι σκοτεινά. Γύρω μου νοιώθω μόνο υγρασία και μουσκεμένα φύλλα. Κάνω να ανοίξω τα μάτια μου και μαύρο χώμα μου τα καλύπτει ξανά. Πνίγομαι…απλώνω τα χέρια μου και ψάχνω το κενό. Στο πρώτο άγγιγμα, μόνο σκοτάδι, και στο δεύτερο ξανά. Στο τρίτο πιάνω ένα σύρμα. Ρεύμα περνά μέσα από το σώμα μου, κι είναι σαν να νοιώθω κάθε άκρο μου για πρώτη φορά. Αν και φοβάμαι συνεχίζω να κρατιέμαι. Κρατιέμαι και τραβώ το σύρμα με ότι δύναμη έχω. Ο πόνος σιγά σιγά εξαφανίζεται κι η δύναμη αυξάνει. Η επιφάνεια με φτάνει κι εγώ γεννιέμαι ξανά για πρώτη φορά.



Ο κόσμος γύρω μου ξεπηδάει από την γη και φτιάχνεται από την αρχή μόνο για μένα. Σπίτια, άνθρωποι, αυτοκίνητα, ήλιοι, φεγγάρια κι ουρανοί…όλα για μένα. Με κάθε μου βήμα κάτι νέο ξεπετάγεται μπροστά και κάτι παλιό πεθαίνει πίσω. Μέχρι να βγω από την μικρή μου πόλη, έχουν γεννηθεί κι έχουν πεθάνει δεκάδες πολιτισμοί. Όταν ο δρόμος τελειώνει, η γη με πετάει ψηλά στον αέρα, κι ένα βουνό γεννιέται από κάτω για να με κρατήσει ψηλά. Ότι κι αν είδα δεν συγκρίνεται με αυτό που έχω μπροστά στα μάτια μου τώρα.



Όλα τα ηλιοβασιλέματα του κόσμου πεθαίνουν μπροστά μου, κι από κάτω τους η γη γυρίζει σαν τρελή. Φώτα ανάβουν, τρεμοσβήνουν και χάνονται, και μια ιστορία αιώνων επιβιώνει μέσα στη νύχτα. Όλα Γύρω μου αλλάζουν κάτω από το ίδιο φως και το ίδιο σκοτάδι.



Ξαφνικά η γη σταθεροποιείται και το τοπίο μένει ίδιο. Ένα ένα τα φώτα αρχίζουν και προχωρούν. Μοιάζουν να συγκεντρώνονται όλα μαζί και να παίρνουν τα βουνά. Πάνω σε μια πλαγιά φτάνει το πρώτο φως κι έπειτα ένα ακόμα. Σύντομα όλα έχουν μαζευτεί σε ένα μέρος ιερό περιτριγυρισμένο από σκοτάδι.



Τα φώτα χτίζουν ένα παλάτι. Όταν το κοιτάς πολλή ώρα νοιώθεις ότι σε μαγεύει και σε τραβάει προς το μέρος του. Δεν μπορώ να αντισταθώ. Τα πόδια μου που τόση ώρα ήταν νεκρά, ξυπνούν και παίρνουν τον έλεγχο του κορμιού μου ολόκληρου. Νοιώθω πως περπατώ γρήγορα, έπειτα πως τρέχω και σχεδόν πετάω. Έφτασα…



Μια μεγάλη πόρτα φτιαγμένη από φως, ανοίγεται μπροστά μου, και για πρώτη φορά χάνομαι μέσα σε ανθρώπους. Όλοι περιμένουν κάτι, κι Όλοι κάθονται υπομονετικοί κι ανυπόμονοι. Προσπαθώ να μπω στην ομάδα τους και να νοιώσω ένα μαζί τους. Κι εκεί που περιμένω, οι διαστάσεις αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται, σαν να θέλουν να μπερδέψουν μόνο εμένα. Κάθε άνθρωπος διαλέγει μια και χάνεται σ’ αυτή. Αρπάζει ένα τραίνο και φεύγει αφήνοντας μια γραμμή από φως πίσω του. Ο σταθμός σπάει σε χιλιάδες κομμάτια ,και η μια στάση του τώρα οδηγεί σε χιλιάδες διαφορετικούς προορισμούς.



Που να πάω; Που βρίσκεσαι καρδιά μου; Φώναξε μου να σ’ ακούσω. Τραγούδησε μου κι εγώ με το τραγούδι σου θα έρθω κοντά σου. Ψιθύρισε μου κι εγώ θα σ’ ακούσω…

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2007

Titulos.Rain.Instrumental


Song Three

Ένας παράδεισος κοντά σου, μια κόλαση μακριά σου. Κινώ στεριά και θάλασσα να βρεθώ διπλά σου, και στον ουρανό καταλήγω. Όλα θολά είναι εκτός από ένα σημείο. Ένα κενό που πνίγεται στον καπνό. Κι από μέσα του ξεπετάγεται το πιο εκτυφλωτικό φως. Μήπως είσαι εσύ κάρδια μου;



Ότι προσπαθεί να σε καλύψει θα αποτύχει σύντομα. Πότε θα φτάσω εκεί; Όχι αργά… ότι και να ελπίζω μια σταγόνα με πιάνει από το χέρι, σύντομα μια ακόμα, κι άλλη μια. Μέχρι να κάνω πως ελευθερώνομαι με καλύπτουν χιλιάδες μικρές σταγόνες. Δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο. Ο ουρανός ανοίγει και η βροχή με παρασέρνει μαζί της. Ταχύτητες με ρίχνουν κάτω, γρήγορα και πιο γρήγορα. Η γη ανοίγει το στόμα της να με καταπιεί.



Μέχρι να γυρίσω να σε δω σε έχουν καταπιεί με την σειρά τους τα σύννεφα. Μια τελευταία προσπάθεια να με πιάσεις, μα το τελευταίο φως σου περνά λίγο διπλά μου. Τώρα βρισκόμαστε θαμμένοι καρδιά μου. Εσύ στην μια άκρη κι εγώ στην άλλη. Ανάμεσα μας ο ουρανός κι όλη η γη, κι όμως… εγώ νοιώθω την ανάσα σου διπλά μου! Έλα να με σώσεις…και θα κάνω το ίδιο.



Μην κλαις άλλο ουρανέ μου. Εγώ εκεί εσύ εδώ, ήλιος με βροχή, αέρας και νερό μαζί.

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

J'y suis jamais allé

Πίσω στο σπίτι κι ο ήλιος ακόμα δεν έδυσε, σαν να μην γύρισε η γη, κι ο χρόνος να σταμάτησε από την ώρα που έφυγα.

Κι η μορφή; Που να βρίσκεται; Το κάλεσμα της ήταν για μένα; ή μήπως δεν συνέβη ποτέ; Κάτι μέσα στο παραμύθι φαινόταν αληθινό. Ίσως πάλι να ήταν απλά η αύρα της θάλασσας που αποχαιρετούσε το φως. Τρελά νερά!!!!

Τρελαίνομαι κι εγώ μακριά σου. Ακόμα κι αν δεν υπάρχεις εγώ θα σε βρω. Η μέρα πλέον έσβησε, αλλά αλλάζω διάθεση. Σκοτάδι και απαισιοδοξία είναι άσχημος συνδυασμός. Γι’ αυτό φορώ τα καλά μου παίρνω ένα σακίδιο με νερό και λίγο φαγητό και ξεκινώ.




Song Two
Εκεί δεν έχω πάει ποτέ…εκεί έρχομαι τώρα!

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Oh God I Miss You...


Song One


Το σπίτι με πλακώνει…δεν αντέχω άλλο τους τοίχους να με κλείνουν μέσα. Αποφασίζω να βγω μια βόλτα.

Η νύχτα είναι κοντά, αλλά το ηλιοβασίλεμα απλώνει το τελευταίο φως του πάνω μου, από εκεί μακριά, πέρα από την θάλασσα.

Οι ακτίνες που τρεμοσβήνουν απλώνονται πάνω στο νερό και με σέρνουν μαζί τους στην παραλία. Ο κόσμος λιγοστεύει όσο το κρύο δυναμώνει. Τυλίγομαι στο παλτό μου και φτιάχνω το δικό μου παραμύθι.

Μέσα στο κρύο νοιώθω ένα ζεστό κύμα αέρα να περνά από δίπλα μου, και κάθε κύτταρο μου κάνει μια κίνηση μακριά από την θέση του.

Μια μορφή με σημαδεύει, με διαπερνά και με προσπερνά. Μου γυρίζει την πλάτη και σαν να ξέρει ότι θα την ακολουθήσω απομακρύνεται με βήμα αργό και σταθερό. Τρέχω πίσω της μα μέχρι να την φτάσω εξαφανίζεται μαζί με το ηλιοβασίλεμα.

Θα έρθω να σε βρω καρδιά μου…

Εν αρχή…

Σε μια στιγμή της ζωής μου εντελώς τυχαία, τραβάω μια γραμμή και θέτω την αρχή. Που πηγαίνω;

Που με πάνε;

Θα δείξει…

Θα κάνω κύκλους ή μεγάλες διαδρομές, θα τρέξω στην βροχή ή θα περπατώ αργά κάτω από τον ήλιο….

Θα δείξει…

Εγώ κι οι σκέψεις μου, το κινητό κι η μουσική μου… για μια βόλτα ή ένα ταξίδι, για ένα κύκλο κι ένα προορισμό…

Κάποια στιγμή του ταξιδίου, εντελώς τυχαία, θα πατήσω ένα βήμα και θα θέσω μια τελεία. Το ταξίδι θα τελειώσει…

Αλλά μέχρι τότε ας απολαύσουμε τις σκέψεις, τους ήχους, τις εικόνες…την βόλτα!